Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπλέκω

ρήμα
•
  1. προκαλώ την ενεργητική συμμετοχή κάποιου σε μια υπόθεση, διαδικασία κ.λπ. Βικιλεξικό
    • ο δάσκαλος πρέπει να έχει την ικανότητα να εμπλέκει τα παιδιά στη διαδικασία της μάθησης
    • η συγγραφέας αναλύει τα παραμύθια των ρομ με βάση τη σχέση περιεχομένου και πλαισίου (κοινωνικού και επιτελεστικού) της αφήγησης. Διαπιστώνει ότι η αφήγηση είναι μια ενεργός διαδικασία, πολυφωνικού και όχι μονολογικού χαρακτήρα και εμπλέκει αποφασιστικά το αφηγούμενο πρόσωπο με τους ακροατές του. (Οι Ρομά στην Ελλάδα, επιμέλεια: Ευάγγελος Αυδίκος και Άννα Λυδάκη, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογία, 2002, σελ. 19)
  2. ανακατεύω (κάποιον) σε υπόθεση, διαδικασία κ.λπ. που συχνά εξελίσσεται αρνητικά Βικιλεξικό
    • προσπάθησαν να τον εμπλέξουν στην υπόθεση εκβιασμού

Ετυμολογία

εμπλέκω < αρχαία ελληνική ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →