Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπλοκή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω Βικιλεξικό
  5. στρατιωτική αργκόη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπλέκω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπλοκή < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐμπλέκω < ἐν + πλέκω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεμπλοκήεμπλοκές
Γενικήεμπλοκήςεμπλοκών
Αιτιατικήεμπλοκήεμπλοκές
Κλητικήεμπλοκήεμπλοκές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →