Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμπρόθεσμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει πριν λήξει μια ορισμένη προθεσμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμπρόθεσμος < ελληνιστική κοινή ἐμπρόθεσμος < αρχαία ελληνική ἐν + προθέσμιος < πρό + θεσμός < τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρόθεσμοςεμπρόθεσμηεμπρόθεσμο
Γενικήεμπρόθεσμουεμπρόθεσμηςεμπρόθεσμου
Αιτιατικήεμπρόθεσμοεμπρόθεσμηεμπρόθεσμο
Κλητικήεμπρόθεσμεεμπρόθεσμηεμπρόθεσμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμπρόθεσμοιεμπρόθεσμεςεμπρόθεσμα
Γενικήεμπρόθεσμωνεμπρόθεσμωνεμπρόθεσμων
Αιτιατικήεμπρόθεσμουςεμπρόθεσμεςεμπρόθεσμα
Κλητικήεμπρόθεσμοιεμπρόθεσμεςεμπρόθεσμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →