εμφυσηματικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με εμφύσημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφυσηματικός < εμφύσημα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφυσηματικός | εμφυσηματική | εμφυσηματικό |
| Γενική | εμφυσηματικού | εμφυσηματικής | εμφυσηματικού |
| Αιτιατική | εμφυσηματικό | εμφυσηματική | εμφυσηματικό |
| Κλητική | εμφυσηματικέ | εμφυσηματική | εμφυσηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφυσηματικοί | εμφυσηματικές | εμφυσηματικά |
| Γενική | εμφυσηματικών | εμφυσηματικών | εμφυσηματικών |
| Αιτιατική | εμφυσηματικούς | εμφυσηματικές | εμφυσηματικά |
| Κλητική | εμφυσηματικοί | εμφυσηματικές | εμφυσηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →