Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφυσηματικός

/eɱ.fi.si.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με εμφύσημα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εμφυσηματικός < εμφύσημα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφυσηματικόςεμφυσηματικήεμφυσηματικό
Γενικήεμφυσηματικούεμφυσηματικήςεμφυσηματικού
Αιτιατικήεμφυσηματικόεμφυσηματικήεμφυσηματικό
Κλητικήεμφυσηματικέεμφυσηματικήεμφυσηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεμφυσηματικοίεμφυσηματικέςεμφυσηματικά
Γενικήεμφυσηματικώνεμφυσηματικώνεμφυσηματικών
Αιτιατικήεμφυσηματικούςεμφυσηματικέςεμφυσηματικά
Κλητικήεμφυσηματικοίεμφυσηματικέςεμφυσηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →