Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εμφυσώ

/eɱ.fiˈso/ρήμα
•
  1. φυσάω αέρα μέσα σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
  2. ιατρικήφουσκώνω (όργανο του σώματος) με αέρα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεμπνέω, δημιουργώ ορισμένο συναίσθημα, μεταδίδω αρχές, ιδέες κλπ. και προκαλώ την υιοθέτησή τους Βικιλεξικό
    • Θέλω καρδίαν ζήσασαν ταχύτερον· πεσούσαν / Να την εγείρω, κ' εις νεκράν ψυχήν να εμφυσήσω· / Καρδίαν φθινοπωρινήν, ζωήν φυλλορροούσαν, / Και πεπτωκότα άγγελον ποθώ να ελεήσω. (Αχιλλέας Παράσχος, Προτίμησις)

Ετυμολογία

εμφυσώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμφυσῶ, συνηρημένος τύπος του ἐμφυσάω. Συγχρονικά αναλύεται σε εμ- + φυσώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεμφυσώεμφυσείς / εμφύσειεμφυσείεμφυσούμεεμφυσείτεεμφυσούν
Παρατατικόςεμφυσούσαεμφυσούσεςεμφυσούσεεμφυσούσαμεεμφυσούσατεεμφυσούσαν
Αόριστοςεμφυσήσω / εμφύσησαεμφυσήσεις / εμφύσησε / εμφύσησεςεμφυσήσει / εμφύσησεεμφυσήσαμε / εμφυσήσουμεεμφυσήσατε / εμφυσήσετε / εμφυσήστεεμφυσήσουν / εμφύσησαν
Μέλλονταςθα εμφυσήσω / θα εμφυσώθα εμφυσήσεις / θα εμφυσείςθα εμφυσήσει / θα εμφυσείθα εμφυσήσουμε / θα εμφυσούμεθα εμφυσήσετε / θα εμφυσείτεθα εμφυσήσουν / θα εμφυσούν
Παρακείμενοςέχω εμφυσήσειέχεις εμφυσήσειέχει εμφυσήσειέχουμε εμφυσήσειέχετε εμφυσήσειέχουν εμφυσήσει
Υπερσυντέλικοςείχα εμφυσήσειείχες εμφυσήσειείχε εμφυσήσειείχαμε εμφυσήσειείχατε εμφυσήσειείχαν εμφυσήσει

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →