εμφυσώ
•
- φυσάω αέρα μέσα σε κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό
- ιατρικήφουσκώνω (όργανο του σώματος) με αέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμπνέω, δημιουργώ ορισμένο συναίσθημα, μεταδίδω αρχές, ιδέες κλπ. και προκαλώ την υιοθέτησή τους Βικιλεξικό
- Θέλω καρδίαν ζήσασαν ταχύτερον· πεσούσαν / Να την εγείρω, κ' εις νεκράν ψυχήν να εμφυσήσω· / Καρδίαν φθινοπωρινήν, ζωήν φυλλορροούσαν, / Και πεπτωκότα άγγελον ποθώ να ελεήσω. (Αχιλλέας Παράσχος, Προτίμησις)
Ετυμολογία
εμφυσώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐμφυσῶ, συνηρημένος τύπος του ἐμφυσάω. Συγχρονικά αναλύεται σε εμ- + φυσώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμφυσώ | εμφυσείς / εμφύσει | εμφυσεί | εμφυσούμε | εμφυσείτε | εμφυσούν |
| Παρατατικός | εμφυσούσα | εμφυσούσες | εμφυσούσε | εμφυσούσαμε | εμφυσούσατε | εμφυσούσαν |
| Αόριστος | εμφυσήσω / εμφύσησα | εμφυσήσεις / εμφύσησε / εμφύσησες | εμφυσήσει / εμφύσησε | εμφυσήσαμε / εμφυσήσουμε | εμφυσήσατε / εμφυσήσετε / εμφυσήστε | εμφυσήσουν / εμφύσησαν |
| Μέλλοντας | θα εμφυσήσω / θα εμφυσώ | θα εμφυσήσεις / θα εμφυσείς | θα εμφυσήσει / θα εμφυσεί | θα εμφυσήσουμε / θα εμφυσούμε | θα εμφυσήσετε / θα εμφυσείτε | θα εμφυσήσουν / θα εμφυσούν |
| Παρακείμενος | έχω εμφυσήσει | έχεις εμφυσήσει | έχει εμφυσήσει | έχουμε εμφυσήσει | έχετε εμφυσήσει | έχουν εμφυσήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμφυσήσει | είχες εμφυσήσει | είχε εμφυσήσει | είχαμε εμφυσήσει | είχατε εμφυσήσει | είχαν εμφυσήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →