εμφύσημα
•
- ιατρικήη παρουσία αέρα σε μέρη του σώματος που δεν θα έπρεπε να υπάρχει (ιστούς κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφύσημα < αρχαία ελληνική ἐμφύσημα ((μεταφραστικό δάνειο) νεολατινική emphysema)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφύσημα | εμφυσήματα |
| Γενική | εμφυσήματος | εμφυσημάτων |
| Αιτιατική | εμφύσημα | εμφυσήματα |
| Κλητική | εμφύσημα | εμφυσήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →