εμφύσηση
•
- εγχάραξη στο νου, αποτύπωση, ενστάλαξη, κατήχηση, ορμήνεια Βικιλεξικό
- φούσκωμα (με αέρα, όπως πολυμερικού φιλμ, μπαλονιού κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμφύσηση < ελληνιστική κοινή ἐμφύσησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εμφύσηση | εμφυσήσεις |
| Γενική | εμφύσησης | εμφυσήσεων |
| Αιτιατική | εμφύσηση | εμφυσήσεις |
| Κλητική | εμφύσηση | εμφυσήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →