ενανθράκωση
•
- η εκούσια εισαγωγή άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του Βικιλεξικό
- η ακούσια μετατροπή του υδροξειδίου του ασβεστίου που υπάρχει στο σκυρόδεμα σε ανθρακικό ασβέστιο, κάτι που συμβάλλει στη διάβρωση του οπλισμού και κατ’ επέκταση του σκυροδέματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενανθράκωση < ενανθρακώνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενανθράκωση | ενανθρακώσεις |
| Γενική | ενανθράκωσης | ενανθρακώσεων |
| Αιτιατική | ενανθράκωση | ενανθρακώσεις |
| Κλητική | ενανθράκωση | ενανθρακώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →