Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενανθράκωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκούσια εισαγωγή άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του Βικιλεξικό
  2. η ακούσια μετατροπή του υδροξειδίου του ασβεστίου που υπάρχει στο σκυρόδεμα σε ανθρακικό ασβέστιο, κάτι που συμβάλλει στη διάβρωση του οπλισμού και κατ’ επέκταση του σκυροδέματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενανθράκωση < ενανθρακώνω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενανθράκωσηενανθρακώσεις
Γενικήενανθράκωσηςενανθρακώσεων
Αιτιατικήενανθράκωσηενανθρακώσεις
Κλητικήενανθράκωσηενανθρακώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →