άνθρακας
•
- χημείααμέταλλο χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 6 και χημικό σύμβολο το C, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο των οργανικών ενώσεων Βικιλεξικό
- ιατρικήεπικίνδυνη μολυσματική ασθένεια που οφείλεται στον ομώνυμο βάκιλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άνθρακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνθραξ από την αιτιατική «τὸν ἄνθρακα» :* για το χημικό στοιχείο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική carbon < γαλλική carbone (ονομασία που δόθηκε από τον Λαβουαζιέ (Lavoisier) < λατινική carbo :* για την ασθένεια < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική anthrax < λατινική anthrax
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνθρακας | άνθρακες |
| Γενική | άνθρακα | ανθράκων |
| Αιτιατική | άνθρακα | άνθρακες |
| Κλητική | άνθρακα | άνθρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →