ενανθρακώνω
•
- εισάγω άνθρακα σε μια μάζα σιδήρου ή κράματος σιδήρου, προκειμένου να αυξηθεί η σκληρότητα και να διευκολυνθεί η κατεργασία του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενανθρακώνω < εν + άνθρακας + -ώνω ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) carbonize)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενανθρακώνω | ενανθρακώνεις | ενανθρακώνει | ενανθρακώνουμε | ενανθρακώνετε | ενανθρακώνουν / ενανθρακώνουνε |
| Παρατατικός | ενανθράκωνα | ενανθράκωνες | ενανθράκωνε | ενανθρακώναμε | ενανθρακώνατε | ενανθράκωναν / ενανθρακώναν / ενανθρακώνανε |
| Αόριστος | ενανθράκωσα | ενανθράκωσες | ενανθράκωσε | ενανθρακώσαμε | ενανθρακώσατε | ενανθράκωσαν / ενανθρακώσαν / ενανθρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενανθρακώνω / θα ενανθρακώσω | θα ενανθρακώνεις / θα ενανθρακώσεις | θα ενανθρακώνει / θα ενανθρακώσει | θα ενανθρακώνουμε / θα ενανθρακώσουμε | θα ενανθρακώνετε / θα ενανθρακώσετε | θα ενανθρακώνουν / θα ενανθρακώνουνε / θα ενανθρακώσουν / θα ενανθρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενανθρακώσει | έχεις ενανθρακώσει | έχει ενανθρακώσει | έχουμε ενανθρακώσει | έχετε ενανθρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενανθρακώσει | είχες ενανθρακώσει | είχε ενανθρακώσει | είχαμε ενανθρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενανθρακώσει / να ενανθρακώνω / να ενανθρακώσω | να έχεις ενανθρακώσει / να ενανθρακώνεις / να ενανθρακώσεις | να έχει ενανθρακώσει / να ενανθρακώνει / να ενανθρακώσει | να έχουμε ενανθρακώσει / να ενανθρακώνουμε / να ενανθρακώσουμε | να έχετε ενανθρακώσει / να ενανθρακώνετε / να ενανθρακώσετε | να ενανθρακώνουν / να ενανθρακώνουνε / να ενανθρακώσουν / να ενανθρακώσουνε |
| Προστακτική | — | ενανθράκωνε / ενανθράκωσε | — | — | ενανθρακώνετε / ενανθρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →