Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενανθρακωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενανθράκωση ή χρησιμοποιείται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενανθρακωτικός < ενανθρακώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενανθρακωτικόςενανθρακωτικήενανθρακωτικό
Γενικήενανθρακωτικούενανθρακωτικήςενανθρακωτικού
Αιτιατικήενανθρακωτικόενανθρακωτικήενανθρακωτικό
Κλητικήενανθρακωτικέενανθρακωτικήενανθρακωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενανθρακωτικοίενανθρακωτικέςενανθρακωτικά
Γενικήενανθρακωτικώνενανθρακωτικώνενανθρακωτικών
Αιτιατικήενανθρακωτικούςενανθρακωτικέςενανθρακωτικά
Κλητικήενανθρακωτικοίενανθρακωτικέςενανθρακωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →