Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενατενίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοατενίζω προσηλώνοντας το βλέμμα Βικιλεξικό
  2. λόγιοατενίζω εσωτερικά ή νοερά (προσηλώνοντας το «βλέμμα») Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενατενίζω < ελληνιστική κοινή ἐνατενίζω < ἐν + αρχαία ελληνική ἀτενίζω < ἀτενής < τείνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενατενίζωενατενίζειςενατενίζειενατενίζουμεενατενίζετεενατενίζουν / ενατενίζουνε
Παρατατικόςενατένιζαενατένιζεςενατένιζεενατενίζαμεενατενίζατεενατένιζαν / ενατενίζαν / ενατενίζανε
Αόριστοςενατένισαενατένισεςενατένισεενατενίσαμεενατενίσατεενατένισαν / ενατενίσαν / ενατενίσανε
Μέλλονταςθα ενατενίζω / θα ενατενίσωθα ενατενίζεις / θα ενατενίσειςθα ενατενίζει / θα ενατενίσειθα ενατενίζουμε / θα ενατενίσουμεθα ενατενίζετε / θα ενατενίσετεθα ενατενίζουν / θα ενατενίζουνε / θα ενατενίσουν / θα ενατενίσουνε
Παρακείμενοςέχω ενατενίσειέχεις ενατενίσειέχει ενατενίσειέχουμε ενατενίσειέχετε ενατενίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ενατενίσειείχες ενατενίσειείχε ενατενίσειείχαμε ενατενίσει——
Υποτακτικήνα έχω ενατενίσει / να ενατενίζω / να ενατενίσωνα έχεις ενατενίσει / να ενατενίζεις / να ενατενίσειςνα έχει ενατενίσει / να ενατενίζει / να ενατενίσεινα έχουμε ενατενίσει / να ενατενίζουμε / να ενατενίσουμενα έχετε ενατενίσει / να ενατενίζετε / να ενατενίσετενα ενατενίζουν / να ενατενίζουνε / να ενατενίσουν / να ενατενίσουνε
Προστακτική—ενατένιζε / ενατένισε——ενατενίζετε / ενατενίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →