ενδέχεται
•
- απρόσωπο ρήμαείναι πιθανόν ή δυνατόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδέχεται < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδέχεται, τρίτο πρόσωπο ενικού ενεστώτα του ἐνδέχομαι < ἐν + δέχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →