Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδημώ

ρήμα
•
  1. ιατρικήλοιμώδης νόσος που προέρχεται από ορισμένο τόπο Βικιλεξικό
    • Η ασθένεια αυτή των χοίρων ενδημεί σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου όπου υπάρχει χοιροτροφία (Annual Report of the Department of Agriculture, Department of Agriculture, Ministry of Agriculture and Natural Resources, Cyprus, 1979)
  2. για κάποιον / κάτι που διαμένει / αναπτύσσεται / ζει / φύεται σε συγκεκριμένο τόπο Βικιλεξικό
    • Πεπεισμένοι, λοιπόν,αυτοί οι θεωρητικοί ότι η σύγκρουση ενδημεί ευρύτερα στις κοινωνικές σχέσεις, αναζητούν και διερευνούν πρωτίστως για τις πλέον διακριτικές και λανθάνουσες εκφάνσεις αυτής (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινωνιολογία και βιομηχανικές σχέσεις, εκδ. Παπαζήσης, 2014)
    • Ebenus cretica (έβενος, αρχοντόξυλο, κατσούλα). Ενδημεί στην Κρήτη και το βρίσκουμε σε απόκρημνες βραχώδεις πλαγιές και φαράγγια. Ανθίζει Απρίλιο - Μάιο (Μιχάλης Τρουλής, Ρέθυμνο: ιστορία, περιήγηση, σύγχρονη ζωή, εκδ. Μίτος, 1998)

Ετυμολογία

ενδημώ < αρχαία ελληνική ἐνδημέω/ -ῶ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →