ενδοϋπηρεσιακός
•
- που γίνεται ή συμβαίνει εντός κάποιας υπηρεσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοϋπηρεσιακός < ενδο- + υπηρεσιακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intradepartmental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοϋπηρεσιακός | ενδοϋπηρεσιακή | ενδοϋπηρεσιακό |
| Γενική | ενδοϋπηρεσιακού | ενδοϋπηρεσιακής | ενδοϋπηρεσιακού |
| Αιτιατική | ενδοϋπηρεσιακό | ενδοϋπηρεσιακή | ενδοϋπηρεσιακό |
| Κλητική | ενδοϋπηρεσιακέ | ενδοϋπηρεσιακή | ενδοϋπηρεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοϋπηρεσιακοί | ενδοϋπηρεσιακές | ενδοϋπηρεσιακά |
| Γενική | ενδοϋπηρεσιακών | ενδοϋπηρεσιακών | ενδοϋπηρεσιακών |
| Αιτιατική | ενδοϋπηρεσιακούς | ενδοϋπηρεσιακές | ενδοϋπηρεσιακά |
| Κλητική | ενδοϋπηρεσιακοί | ενδοϋπηρεσιακές | ενδοϋπηρεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →