Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοϋπηρεσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται ή συμβαίνει εντός κάποιας υπηρεσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοϋπηρεσιακός < ενδο- + υπηρεσιακός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική intradepartmental)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοϋπηρεσιακόςενδοϋπηρεσιακήενδοϋπηρεσιακό
Γενικήενδοϋπηρεσιακούενδοϋπηρεσιακήςενδοϋπηρεσιακού
Αιτιατικήενδοϋπηρεσιακόενδοϋπηρεσιακήενδοϋπηρεσιακό
Κλητικήενδοϋπηρεσιακέενδοϋπηρεσιακήενδοϋπηρεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοϋπηρεσιακοίενδοϋπηρεσιακέςενδοϋπηρεσιακά
Γενικήενδοϋπηρεσιακώνενδοϋπηρεσιακώνενδοϋπηρεσιακών
Αιτιατικήενδοϋπηρεσιακούςενδοϋπηρεσιακέςενδοϋπηρεσιακά
Κλητικήενδοϋπηρεσιακοίενδοϋπηρεσιακέςενδοϋπηρεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →