υπηρεσιακός
•
- που έχει σχέση με κάποια υπηρεσία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή σχετίζεται μ’ αυτή Βικιλεξικό
- για υπάλληλο που είναι τυπικός και προσηλωμένος στη δουλειά του Βικιλεξικό
- που είναι προσωρινός σε κάποια θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπηρεσιακός < υπηρεσία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρεσιακός | υπηρεσιακή | υπηρεσιακό |
| Γενική | υπηρεσιακού | υπηρεσιακής | υπηρεσιακού |
| Αιτιατική | υπηρεσιακό | υπηρεσιακή | υπηρεσιακό |
| Κλητική | υπηρεσιακέ | υπηρεσιακή | υπηρεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρεσιακοί | υπηρεσιακές | υπηρεσιακά |
| Γενική | υπηρεσιακών | υπηρεσιακών | υπηρεσιακών |
| Αιτιατική | υπηρεσιακούς | υπηρεσιακές | υπηρεσιακά |
| Κλητική | υπηρεσιακοί | υπηρεσιακές | υπηρεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →