Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπηρεσιακός

/i.pi.re.si.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κάποια υπηρεσία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή ή σχετίζεται μ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. για υπάλληλο που είναι τυπικός και προσηλωμένος στη δουλειά του Βικιλεξικό
  3. που είναι προσωρινός σε κάποια θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπηρεσιακός < υπηρεσία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπηρεσιακόςυπηρεσιακήυπηρεσιακό
Γενικήυπηρεσιακούυπηρεσιακήςυπηρεσιακού
Αιτιατικήυπηρεσιακόυπηρεσιακήυπηρεσιακό
Κλητικήυπηρεσιακέυπηρεσιακήυπηρεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπηρεσιακοίυπηρεσιακέςυπηρεσιακά
Γενικήυπηρεσιακώνυπηρεσιακώνυπηρεσιακών
Αιτιατικήυπηρεσιακούςυπηρεσιακέςυπηρεσιακά
Κλητικήυπηρεσιακοίυπηρεσιακέςυπηρεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →