υπηρεσία
•
- η προσφορά έργου για έναν σκοπό Βικιλεξικό
- ο επιστήμονας αυτός τιμήθηκε για τις υπηρεσίες του στην ανθρωπότητα
- τομέας της δημόσιας διοίκησης, δημόσια υπηρεσία Βικιλεξικό
- η υπηρεσία μας θα παραμείνει κλειστή για το κοινό τις επόμενες δύο ημέρες
- η εργασία στη δημόσια διοίκηση Βικιλεξικό
- επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία μετά από μακρά ασθένεια
- πληθυντικόςο τριτογενής τομέας των οικονομικών δραστηριοτήτων Βικιλεξικό
- η εργασία που ανατίθεται περιοδικά σε υπαλλήλους πέραν του συνηθισμένου ωραρίου Βικιλεξικό
- στρατιωτική αργκόη σκοπιά και άλλες υπηρεσίες Βικιλεξικό
- προφορικόη υπηρέτρια Βικιλεξικό
- πληροφορικήτο αποτέλεσμα που λαμβάνει ένα πρόγραμμα, μιά μηχανή από την λειτουργία ενός άλλου προγράμματος ή μηχανής Βικιλεξικό
- υπώνυμα: διαδικτυακή υπηρεσία
Ετυμολογία
υπηρεσία < αρχαία ελληνική ὑπηρεσία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπηρεσία | υπηρεσίες |
| Γενική | υπηρεσίας | υπηρεσιών |
| Αιτιατική | υπηρεσία | υπηρεσίες |
| Κλητική | υπηρεσία | υπηρεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →