Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδυμασία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το σύνολο των ενδυμάτων που φοράει κάποιος Βικιλεξικό
    • οι καλεσμένοι στη δεξίωση πρέπει να φορούν επίσημη ενδυμασία
    • Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
  2. το σύνολο των ενδυμάτων που συνηθίζεται να φοριούνται από έναν λαό, σε μια συγκεκριμένη εποχή κλπ Βικιλεξικό
    • το έμα της εργασίας των παιδιών είναι η ενδυμασία στην Αρχαία Αθήνα

Ετυμολογία

ενδυμασία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδυμασίαενδυμασίες
Γενικήενδυμασίαςενδυμασιών
Αιτιατικήενδυμασίαενδυμασίες
Κλητικήενδυμασίαενδυμασίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →