ντύνω
•
- δίνω σε κάποιον ρούχα για να τα φορέσει Βικιλεξικό
- Ντύσαμε τον γιό μας Ζορό & πήγαμε να γιορτάσουμε τις Απόκριες
- φοδράρω Βικιλεξικό
- επικαλύπτω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμπλουτίζω κάτι με ..., το καθιστώ πιο σύνθετο ή ενδιαφέρον προσθέτοντας κάτι Βικιλεξικό
- ντύνω το ποίημα με επίθετα καλλωπιστικά
Ετυμολογία
ντύνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντύνω (τύπος του ἐνδύω) < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδύνω (προφορά [nd]), τύπος του ἐνδύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ντύνω | ντύνεις | ντύνει | ντύνουμε | ντύνετε | ντύνουν / ντύνουνε |
| Παρατατικός | έντυνα | έντυνες | έντυνε | ντύναμε | ντύνατε | έντυναν / ντύναν / ντύνανε |
| Αόριστος | έντυσα | έντυσες | έντυσε | ντύσαμε | ντύσατε | έντυσαν / ντύσαν / ντύσανε |
| Μέλλοντας | θα ντύνω / θα ντύσω | θα ντύνεις / θα ντύσεις | θα ντύνει / θα ντύσει | θα ντύνουμε / θα ντύσουμε | θα ντύνετε / θα ντύσετε | θα ντύνουν / θα ντύνουνε / θα ντύσουν / θα ντύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ντύσει | έχεις ντύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ντύσει | είχες ντύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ντύσει / να ντύνω / να ντύσω | να έχεις ντύσει / να ντύνεις / να ντύσεις | να ντύνει / να ντύσει | να ντύνουμε / να ντύσουμε | να ντύνετε / να ντύσετε | να ντύνουν / να ντύνουνε / να ντύσουν / να ντύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ντυμένο / ντύνε / ντύσε | — | — | ντύνετε / ντύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ντύθηκαντύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →