ενεργοποιητής
•
- γενικότεραστοιχείο ή παράγοντας που θέτει σε λειτουργία ένα σύστημα ή διεργασία, μετατρέποντας ή διοχετεύοντας ενέργεια, ώστε να παραχθεί αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- βιοχημείαουσία ή παράγοντας που αυξάνει ή εκκινεί τη δραστικότητα ενός ενζύμου ή βιολογικού μηχανισμού Βικιλεξικό
- μηχανολογίαδιάταξη που λαμβάνει σήμα ή ενέργεια και το μετατρέπει σε κίνηση ή άλλη φυσική ενέργεια για την εκτέλεση έργου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενεργοποιητής < ενεργοποιώ + -τής (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική activator ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική actuator)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενεργοποιητής | ενεργοποιητές |
| Γενική | ενεργοποιητή | ενεργοποιητών |
| Αιτιατική | ενεργοποιητή | ενεργοποιητές |
| Κλητική | ενεργοποιητή | ενεργοποιητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →