Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ένθεση, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει γίνει μ’ αυτή την τεχνική Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοενθετική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθετικός < ελληνιστική κοινή ἐνθετικός < αρχαία ελληνική ἔνθετος < ἐντίθημι ἐν + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθετικόςενθετικήενθετικό
Γενικήενθετικούενθετικήςενθετικού
Αιτιατικήενθετικόενθετικήενθετικό
Κλητικήενθετικέενθετικήενθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθετικοίενθετικέςενθετικά
Γενικήενθετικώνενθετικώνενθετικών
Αιτιατικήενθετικούςενθετικέςενθετικά
Κλητικήενθετικοίενθετικέςενθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →