Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθουσιών

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου είναι ενθουσιασμένος και εκδηλώνεται αναλόγως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθουσιών < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνθουσιῶν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐνθουσιῶ, συνηρημένου τύπου του ἐνθουσιάω < ἔνθους < ἔνθεος < ἐν + θεός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθουσιώνενθουσιώσαενθουσιών
Γενικήενθουσιώντοςενθουσιώσας / ενθουσιώσηςενθουσιώντος
Αιτιατικήενθουσιώνταενθουσιώσαενθουσιών
Κλητικήενθουσιώνενθουσιώσαενθουσιών

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθουσιώντεςενθουσιώσεςενθουσιώντα
Γενικήενθουσιώντωνενθουσιωσώνενθουσιώντων
Αιτιατικήενθουσιώντεςενθουσιώσεςενθουσιώντα
Κλητικήενθουσιώντεςενθουσιώσεςενθουσιώντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →