Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθρονίζω

ρήμα
•
  1. εγκαθιστώ κάποιον στον θρόνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθρονίζω < αρχαία ελληνική ἐνθρονίζω < ἐν + θρονίζομαι < θρόνος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενθρονίζωενθρονίζειςενθρονίζειενθρονίζουμεενθρονίζετεενθρονίζουν / ενθρονίζουνε
Παρατατικόςενθρόνιζαενθρόνιζεςενθρόνιζεενθρονίζαμεενθρονίζατεενθρονίζαν / ενθρονίζανε / ενθρόνιζαν
Αόριστοςενθρόνισαενθρόνισεςενθρόνισεενθρονίσαμεενθρονίσατεενθρονίσαν / ενθρονίσανε / ενθρόνισαν
Μέλλονταςθα ενθρονίζω / θα ενθρονίσωθα ενθρονίζεις / θα ενθρονίσειςθα ενθρονίζει / θα ενθρονίσειθα ενθρονίζουμε / θα ενθρονίσουμεθα ενθρονίζετε / θα ενθρονίσετεθα ενθρονίζουν / θα ενθρονίζουνε / θα ενθρονίσουν / θα ενθρονίσουνε
Παρακείμενοςέχω ενθρονίσειέχεις ενθρονίσειέχει ενθρονίσειέχουμε ενθρονίσειέχετε ενθρονίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ενθρονίσειείχες ενθρονίσειείχε ενθρονίσειείχαμε ενθρονίσει——
Υποτακτικήνα έχω ενθρονίσει / να ενθρονίζω / να ενθρονίσωνα έχεις ενθρονίσει / να ενθρονίζεις / να ενθρονίσειςνα έχει ενθρονίσει / να ενθρονίζει / να ενθρονίσεινα έχουμε ενθρονίσει / να ενθρονίζουμε / να ενθρονίσουμενα έχετε ενθρονίσει / να ενθρονίζετε / να ενθρονίσετενα ενθρονίζουν / να ενθρονίζουνε / να ενθρονίσουν / να ενθρονίσουνε
Προστακτική—ενθρόνιζε / ενθρόνισε——ενθρονίζετε / ενθρονίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →