εννοώ
•
- έχω στον νου μου, στο μυαλό μου Βικιλεξικό
- Τι εννοεί ο συγγραφέας όταν χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη;
- υπονοώ, υποδηλώνω Βικιλεξικό
- Εννοείς ότι δε θα έρθεις απόψε;
- καταλαβαίνω, κατανοώ Βικιλεξικό
- δεν εννοώ την κεντρική ιδέα του διηγήματος
- Με εννόησες; Δεν θα σου ξανακάνω την ίδια παρατήρηση
- επιμένω σε κάτι, λέω κάτι στα σοβαρά, σοβαρολογώ Βικιλεξικό
- Είπα ότι θα το κάνω και το εννοώ!
Ετυμολογία
εννοώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐννοῶ / ἐννοέω < ἐν + νοέω. Συγχρονικά αναλύεται σε εν- + νοώ. :* σημασία: καταλαβαίνω < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική mean
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εννοώ | εννοείς | εννοεί | εννοούμε | εννοείτε | εννοούν / εννοούνε |
| Παρατατικός | εννοούσα | εννοούσες | εννοούσε | εννοούσαμε | εννοούσατε | εννοούσαν / εννοούσανε |
| Αόριστος | εννόησα | εννόησες | εννόησε | εννοήσαμε | εννοήσατε | εννοήσαν / εννοήσανε / εννόησαν |
| Μέλλοντας | θα εννοήσω / θα εννοώ | θα εννοήσεις / θα εννοείς | θα εννοήσει / θα εννοεί | θα εννοήσουμε / θα εννοούμε | θα εννοήσετε / θα εννοείτε | θα εννοήσουν / θα εννοήσουνε / θα εννοούν / θα εννοούνε |
| Παρακείμενος | έχω εννοήσει | έχεις εννοήσει | έχει εννοήσει | έχουμε εννοήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εννοήσει | είχες εννοήσει | είχε εννοήσει | είχαμε εννοήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εννοήσει / να εννοήσω / να εννοώ | να έχεις εννοήσει / να εννοήσεις / να εννοείς | να έχει εννοήσει / να εννοήσει / να εννοεί | να έχουμε εννοήσει / να εννοήσουμε / να εννοούμε | να εννοήσετε / να εννοείτε | να εννοήσουν / να εννοήσουνε / να εννοούν / να εννοούνε |
| Προστακτική | — | εννόησε | — | — | εννοήστε / εννοείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εννοήθηκαεννοούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →