ενοποιώ
•
- ενώνω στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑνοποιῶ, συνηρημένος τύπος του ἑνοποιέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοποιώ | ενοποιείς | ενοποιεί | ενοποιούμε | ενοποιείτε | ενοποιούν / ενοποιούνε |
| Παρατατικός | ενοποιούσα | ενοποιούσες | ενοποιούσε | ενοποιούσαμε | ενοποιούσατε | ενοποιούσαν / ενοποιούσανε |
| Αόριστος | ενοποίησα | ενοποίησες | ενοποίησε | ενοποιήσαμε | ενοποιήσατε | ενοποίησαν / ενοποιήσαν / ενοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ενοποιήσω / θα ενοποιώ | θα ενοποιήσεις / θα ενοποιείς | θα ενοποιήσει / θα ενοποιεί | θα ενοποιήσουμε / θα ενοποιούμε | θα ενοποιήσετε / θα ενοποιείτε | θα ενοποιήσουν / θα ενοποιήσουνε / θα ενοποιούν / θα ενοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενοποιήσει | έχεις ενοποιήσει | έχει ενοποιήσει | έχουμε ενοποιήσει | έχετε ενοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοποιήσει | είχες ενοποιήσει | είχε ενοποιήσει | είχαμε ενοποιήσει | είχατε ενοποιήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ενοποιήσει / να ενοποιήσω / να ενοποιώ | να έχεις ενοποιήσει / να ενοποιήσεις / να ενοποιείς | να έχει ενοποιήσει / να ενοποιήσει / να ενοποιεί | να έχουμε ενοποιήσει / να ενοποιήσουμε / να ενοποιούμε | να έχετε ενοποιήσει / να ενοποιήσετε / να ενοποιείτε | να ενοποιήσουν / να ενοποιήσουνε / να ενοποιούν / να ενοποιούνε |
| Προστακτική | — | ενοποίησε | — | — | ενοποιήστε / ενοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →