ενσαρκώνω
•
- δίνω σωματική ή υλική υπόσταση σε κάτι άυλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσαρκώνω < ελληνιστική κοινή ἐνσαρκόομαι < ἔνσαρκος < αρχαία ελληνική σάρξ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incarner)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενσαρκώνω | ενσαρκώνεις | ενσαρκώνει | ενσαρκώνουμε | ενσαρκώνετε | ενσαρκώνουν / ενσαρκώνουνε |
| Παρατατικός | ενσάρκωνα | ενσάρκωνες | ενσάρκωνε | ενσαρκώναμε | ενσαρκώνατε | ενσάρκωναν / ενσαρκώναν / ενσαρκώνανε |
| Αόριστος | ενσάρκωσα | ενσάρκωσες | ενσάρκωσε | ενσαρκώσαμε | ενσαρκώσατε | ενσάρκωσαν / ενσαρκώσαν / ενσαρκώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενσαρκώνω / θα ενσαρκώσω | θα ενσαρκώνεις / θα ενσαρκώσεις | θα ενσαρκώνει / θα ενσαρκώσει | θα ενσαρκώνουμε / θα ενσαρκώσουμε | θα ενσαρκώνετε / θα ενσαρκώσετε | θα ενσαρκώνουν / θα ενσαρκώνουνε / θα ενσαρκώσουν / θα ενσαρκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενσαρκώσει | έχεις ενσαρκώσει | έχει ενσαρκώσει | έχουμε ενσαρκώσει | έχετε ενσαρκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενσαρκώσει | είχες ενσαρκώσει | είχε ενσαρκώσει | είχαμε ενσαρκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενσαρκώσει / να ενσαρκώνω / να ενσαρκώσω | να έχεις ενσαρκώσει / να ενσαρκώνεις / να ενσαρκώσεις | να έχει ενσαρκώσει / να ενσαρκώνει / να ενσαρκώσει | να έχουμε ενσαρκώσει / να ενσαρκώνουμε / να ενσαρκώσουμε | να έχετε ενσαρκώσει / να ενσαρκώνετε / να ενσαρκώσετε | να ενσαρκώνουν / να ενσαρκώνουνε / να ενσαρκώσουν / να ενσαρκώσουνε |
| Προστακτική | — | ενσάρκωνε / ενσάρκωσε | — | — | ενσαρκώνετε / ενσαρκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →