ενστιγματικός
•
- που έχει σχέση με το ένστικτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενστιγματικός < εν- + στίγμα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instinctif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστιγματικός | ενστιγματική | ενστιγματικό |
| Γενική | ενστιγματικού | ενστιγματικής | ενστιγματικού |
| Αιτιατική | ενστιγματικό | ενστιγματική | ενστιγματικό |
| Κλητική | ενστιγματικέ | ενστιγματική | ενστιγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστιγματικοί | ενστιγματικές | ενστιγματικά |
| Γενική | ενστιγματικών | ενστιγματικών | ενστιγματικών |
| Αιτιατική | ενστιγματικούς | ενστιγματικές | ενστιγματικά |
| Κλητική | ενστιγματικοί | ενστιγματικές | ενστιγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →