Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενστιγματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ένστικτο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενστιγματικός < εν- + στίγμα + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική instinctif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενστιγματικόςενστιγματικήενστιγματικό
Γενικήενστιγματικούενστιγματικήςενστιγματικού
Αιτιατικήενστιγματικόενστιγματικήενστιγματικό
Κλητικήενστιγματικέενστιγματικήενστιγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενστιγματικοίενστιγματικέςενστιγματικά
Γενικήενστιγματικώνενστιγματικώνενστιγματικών
Αιτιατικήενστιγματικούςενστιγματικέςενστιγματικά
Κλητικήενστιγματικοίενστιγματικέςενστιγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →