Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στίζω

ρήμα
•
  1. λόγιοτοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξης (τελεία, θαυμαστικό κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. λόγιοδημιουργώ στίγματα σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
  3. ειδικότεραχαράζω τατουάζ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίζω (χαράζω τατουάζ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστίζωστίζειςστίζειστίζουμεστίζετεστίζουν / στίζουνε
Παρατατικόςέστιζαέστιζεςέστιζεστίζαμεστίζατεέστιζαν / στίζαν / στίζανε
Αόριστοςέστιξαέστιξεςέστιξεστίξαμεστίξατεέστιξαν / στίξαν / στίξανε
Μέλλονταςθα στίζω / θα στίξωθα στίζεις / θα στίξειςθα στίζει / θα στίξειθα στίζουμε / θα στίξουμεθα στίζετε / θα στίξετεθα στίζουν / θα στίζουνε / θα στίξουν / θα στίξουνε
Παρακείμενοςέχω στίξειέχεις στίξειέχει στίξειέχουμε στίξει——
Υπερσυντέλικοςείχα στίξειείχες στίξειείχε στίξει———
Υποτακτικήνα έχω στίξει / να στίζω / να στίξωνα έχεις στίξει / να στίζεις / να στίξειςνα έχει στίξει / να στίζει / να στίξεινα έχουμε στίξει / να στίζουμε / να στίξουμενα στίζετε / να στίξετενα στίζουν / να στίζουνε / να στίξουν / να στίξουνε
Προστακτική—στίζε / στίξε——στίζετε / στίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →