στίζω
•
- λόγιοτοποθετώ σε γραπτό κείμενο κάποιο σημείο στίξης (τελεία, θαυμαστικό κ.λπ.) Βικιλεξικό
- λόγιοδημιουργώ στίγματα σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- ειδικότεραχαράζω τατουάζ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίζω (χαράζω τατουάζ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στίζω | στίζεις | στίζει | στίζουμε | στίζετε | στίζουν / στίζουνε |
| Παρατατικός | έστιζα | έστιζες | έστιζε | στίζαμε | στίζατε | έστιζαν / στίζαν / στίζανε |
| Αόριστος | έστιξα | έστιξες | έστιξε | στίξαμε | στίξατε | έστιξαν / στίξαν / στίξανε |
| Μέλλοντας | θα στίζω / θα στίξω | θα στίζεις / θα στίξεις | θα στίζει / θα στίξει | θα στίζουμε / θα στίξουμε | θα στίζετε / θα στίξετε | θα στίζουν / θα στίζουνε / θα στίξουν / θα στίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω στίξει | έχεις στίξει | έχει στίξει | έχουμε στίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στίξει | είχες στίξει | είχε στίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στίξει / να στίζω / να στίξω | να έχεις στίξει / να στίζεις / να στίξεις | να έχει στίξει / να στίζει / να στίξει | να έχουμε στίξει / να στίζουμε / να στίξουμε | να στίζετε / να στίξετε | να στίζουν / να στίζουνε / να στίξουν / να στίξουνε |
| Προστακτική | — | στίζε / στίξε | — | — | στίζετε / στίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →