ενσφηνώνω
•
- κυριολεκτικάσφηνώνω κάτι καλά, σαν τα το τοποθετώ με σφήνα, ανάμεσα σε κάτι άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενσφηνώνω < ελληνιστική κοινή ἐνσφηνοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενσφηνώνω | ενσφηνώνεις | ενσφηνώνει | ενσφηνώνουμε | ενσφηνώνετε | ενσφηνώνουν / ενσφηνώνουνε |
| Παρατατικός | ενσφήνωνα | ενσφήνωνες | ενσφήνωνε | ενσφηνώναμε | ενσφηνώνατε | ενσφήνωναν / ενσφηνώναν / ενσφηνώνανε |
| Αόριστος | ενσφήνωσα | ενσφήνωσες | ενσφήνωσε | ενσφηνώσαμε | ενσφηνώσατε | ενσφήνωσαν / ενσφηνώσαν / ενσφηνώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενσφηνώνω / θα ενσφηνώσω | θα ενσφηνώνεις / θα ενσφηνώσεις | θα ενσφηνώνει / θα ενσφηνώσει | θα ενσφηνώνουμε / θα ενσφηνώσουμε | θα ενσφηνώνετε / θα ενσφηνώσετε | θα ενσφηνώνουν / θα ενσφηνώνουνε / θα ενσφηνώσουν / θα ενσφηνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενσφηνώσει | έχεις ενσφηνώσει | έχει ενσφηνώσει | έχουμε ενσφηνώσει | έχετε ενσφηνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενσφηνώσει | είχες ενσφηνώσει | είχε ενσφηνώσει | είχαμε ενσφηνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενσφηνώσει / να ενσφηνώνω / να ενσφηνώσω | να έχεις ενσφηνώσει / να ενσφηνώνεις / να ενσφηνώσεις | να έχει ενσφηνώσει / να ενσφηνώνει / να ενσφηνώσει | να έχουμε ενσφηνώσει / να ενσφηνώνουμε / να ενσφηνώσουμε | να έχετε ενσφηνώσει / να ενσφηνώνετε / να ενσφηνώσετε | να ενσφηνώνουν / να ενσφηνώνουνε / να ενσφηνώσουν / να ενσφηνώσουνε |
| Προστακτική | — | ενσφήνωνε / ενσφήνωσε | — | — | ενσφηνώνετε / ενσφηνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →