σφήνα
•
- το εργαλείο φτιαγμένο από διάφορα υλικά (ξύλο, μέταλλο κ.λπ.) και σε διάφορα σχήματα (τριγωνικό πρίσμα, κωνικό, κυλινδρικό κ.ά.), που τοποθετείται σ' ένα αντικείμενο που θέλουμε να το κόψουμε ή να το χωρίσουμε σε μικρότερα τμήματα Βικιλεξικό
- το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να συνδέσουμε ή να στερεώσουμε διάφορα αντικείμενα Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μοιάζει με σφήνα (1, 2) Βικιλεξικό
- Μα ο πόθος δε χορταίνει όσο κι α φάει, / μες την καρδιά μου μπήγεται σα σφήνα. (Λορέντζος Μαβίλης, Έρως και θάνατος)
- μεταφορικάκάτι που διακόπτει μια πορεία ή μια διαδικασία, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα Βικιλεξικό
- αυτή η είδηση μπήκε σφήνα, την τελευταία στιγμή προλάβαμε το τυπογραφείο
Ετυμολογία
σφήνα < αρχαία ελληνική σφήν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφήνα | σφήνες |
| Γενική | σφήνας | σφηνών |
| Αιτιατική | σφήνα | σφήνες |
| Κλητική | σφήνα | σφήνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →