εντέλλομαι
•
- λόγιολαμβάνω εντολή , με διατάσσουν, μου αναθέτουν κάτι Βικιλεξικό
- σπάνιοδίνω εντολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντέλλομαι < αρχαία ελληνική ἐντέλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
εντέλλομαι < αρχαία ελληνική ἐντέλλομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →