Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντατικοποιώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι πιο εντατικό, αυξάνω τις προσπάθειες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντατικοποιώ < εντατικός + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intensifier)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεντατικοποιώεντατικοποιείςεντατικοποιείεντατικοποιούμεεντατικοποιείτεεντατικοποιούν / εντατικοποιούνε
Παρατατικόςεντατικοποιούσαεντατικοποιούσεςεντατικοποιούσεεντατικοποιούσαμεεντατικοποιούσατεεντατικοποιούσαν / εντατικοποιούσανε
Αόριστοςεντατικοποίησαεντατικοποίησεςεντατικοποίησεεντατικοποιήσαμεεντατικοποιήσατεεντατικοποίησαν / εντατικοποιήσαν / εντατικοποιήσανε
Μέλλονταςθα εντατικοποιήσω / θα εντατικοποιώθα εντατικοποιήσεις / θα εντατικοποιείςθα εντατικοποιήσει / θα εντατικοποιείθα εντατικοποιήσουμε / θα εντατικοποιούμεθα εντατικοποιήσετε / θα εντατικοποιείτεθα εντατικοποιήσουν / θα εντατικοποιήσουνε / θα εντατικοποιούν / θα εντατικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω εντατικοποιήσειέχεις εντατικοποιήσειέχει εντατικοποιήσειέχουμε εντατικοποιήσειέχετε εντατικοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εντατικοποιήσειείχες εντατικοποιήσειείχε εντατικοποιήσειείχαμε εντατικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω εντατικοποιήσει / να εντατικοποιήσω / να εντατικοποιώνα έχεις εντατικοποιήσει / να εντατικοποιήσεις / να εντατικοποιείςνα έχει εντατικοποιήσει / να εντατικοποιήσει / να εντατικοποιείνα έχουμε εντατικοποιήσει / να εντατικοποιήσουμε / να εντατικοποιούμενα έχετε εντατικοποιήσει / να εντατικοποιήσετε / να εντατικοποιείτενα εντατικοποιήσουν / να εντατικοποιήσουνε / να εντατικοποιούν / να εντατικοποιούνε
Προστακτική—εντατικοποίει / εντατικοποίησε——εντατικοποιήστε / εντατικοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →