ενταφιάζω
•
- κυριολεκτικάτοποθετώ σε τάφο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτοποθετώ σε χώμα, μέσα στη γη Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαψεύδω, καταστρέφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενταφιάζω < ελληνιστική κοινή ἐνταφιάζω < αρχαία ελληνική τάφος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενταφιάζω | ενταφιάζεις | ενταφιάζει | ενταφιάζουμε | ενταφιάζετε | ενταφιάζουν / ενταφιάζουνε |
| Παρατατικός | ενταφίαζα | ενταφίαζες | ενταφίαζε | ενταφιάζαμε | ενταφιάζατε | ενταφίαζαν / ενταφιάζαν / ενταφιάζανε |
| Αόριστος | ενταφίασα | ενταφίασες | ενταφίασε | ενταφιάσαμε | ενταφιάσατε | ενταφίασαν / ενταφιάσαν / ενταφιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ενταφιάζω / θα ενταφιάσω | θα ενταφιάζεις / θα ενταφιάσεις | θα ενταφιάζει / θα ενταφιάσει | θα ενταφιάζουμε / θα ενταφιάσουμε | θα ενταφιάζετε / θα ενταφιάσετε | θα ενταφιάζουν / θα ενταφιάζουνε / θα ενταφιάσουν / θα ενταφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενταφιάσει | έχεις ενταφιάσει | έχει ενταφιάσει | έχουμε ενταφιάσει | έχετε ενταφιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενταφιάσει | είχες ενταφιάσει | είχε ενταφιάσει | είχαμε ενταφιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενταφιάσει / να ενταφιάζω / να ενταφιάσω | να έχεις ενταφιάσει / να ενταφιάζεις / να ενταφιάσεις | να έχει ενταφιάσει / να ενταφιάζει / να ενταφιάσει | να έχουμε ενταφιάσει / να ενταφιάζουμε / να ενταφιάσουμε | να έχετε ενταφιάσει / να ενταφιάζετε / να ενταφιάσετε | να ενταφιάζουν / να ενταφιάζουνε / να ενταφιάσουν / να ενταφιάσουνε |
| Προστακτική | — | ενταφίαζε / ενταφίασε | — | — | ενταφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενταφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →