Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενυπόγραφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει την υπογραφή κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενυπόγραφος < ελληνιστική κοινή ἐνυπόγραφος < αρχαία ελληνική ὑπογράφω < ὑπό + γράφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενυπόγραφοςενυπόγραφηενυπόγραφο
Γενικήενυπόγραφουενυπόγραφηςενυπόγραφου
Αιτιατικήενυπόγραφοενυπόγραφηενυπόγραφο
Κλητικήενυπόγραφεενυπόγραφηενυπόγραφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενυπόγραφοιενυπόγραφεςενυπόγραφα
Γενικήενυπόγραφωνενυπόγραφωνενυπόγραφων
Αιτιατικήενυπόγραφουςενυπόγραφεςενυπόγραφα
Κλητικήενυπόγραφοιενυπόγραφεςενυπόγραφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →