Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενόραση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η γνώση κάποιων πραγμάτων που γίνεται με τρόπους πέρα από τις αισθήσεις ή τη λογική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενόραση < ελληνιστική κοινή ἐνόρασις ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Εinsicht)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενόρασηενοράσεις
Γενικήενόρασηςενοράσεων
Αιτιατικήενόρασηενοράσεις
Κλητικήενόρασηενοράσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →