ενορατικός
•
- που έχει σχέση με την ενόραση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενορατικός < ενόραση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενορατικός | ενορατική | ενορατικό |
| Γενική | ενορατικού | ενορατικής | ενορατικού |
| Αιτιατική | ενορατικό | ενορατική | ενορατικό |
| Κλητική | ενορατικέ | ενορατική | ενορατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενορατικοί | ενορατικές | ενορατικά |
| Γενική | ενορατικών | ενορατικών | ενορατικών |
| Αιτιατική | ενορατικούς | ενορατικές | ενορατικά |
| Κλητική | ενορατικοί | ενορατικές | ενορατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →