εξέταση
•
- η ενέργεια του ρήματος εξετάζω Βικιλεξικό
- η προσεκτική παρατήρηση και έρευνα ενός αντικειμένου που αποσκοπεί στην καλύτερη γνώση του Βικιλεξικό
- η εξέταση των αιτίων ενός ιστορικού γεγονότος
- Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
- ιατρικήη προσεκτική παρατήρηση ενός ασθενούς, συχνά με τη βοήθεια ιατρικών οργάνων, προκειμένου να διαγνωστεί η ασθένειά του Βικιλεξικό
- ιατρικήη εργαστηριακή έρευνα σωματικού υλικού (πχ αίματος, ούρων, ιστών κλπ) Βικιλεξικό
- στην εκπαίδευσηη διαδικασία με την οποία ο διδάσκων κάνει ερωτήσεις προφορικά ή γραπτά σε έναν μαθητή προκειμένου να τον βαθμολογήσει Βικιλεξικό
- (στον πληθυντικό) η διαδικασία και η περίοδος των γραπτών διαγωνισμάτων
- στο δικαστήριοη υποβολή ερωτήσεων σε έναν μάρτυρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξέταση < αρχαία ελληνική ἐξέτασις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξέταση | εξετάσεις |
| Γενική | εξέτασης | εξετάσεων |
| Αιτιατική | εξέταση | εξετάσεις |
| Κλητική | εξέταση | εξετάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →