εξαΰλωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
- φυσικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
- Με την εξαΰλωση των συντάξεων και των εφάπαξ στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση επιβάλλει αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό για την ανακεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων. (*)
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαΰλωση < (καθαρεύουσα) εξαΰλωσις < εξαϋλώνω + -σις < άυλος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὕλη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαΰλωση | εξαϋλώσεις |
| Γενική | εξαΰλωσης | εξαϋλώσεων |
| Αιτιατική | εξαΰλωση | εξαϋλώσεις |
| Κλητική | εξαΰλωση | εξαϋλώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →