Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξαΰλωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
  2. φυσικήη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό
    • Με την εξαΰλωση των συντάξεων και των εφάπαξ στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, η κυβέρνηση επιβάλλει αναγκαστικό εσωτερικό δανεισμό για την ανακεφαλαιοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων. (*)
  4. μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εξαϋλώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξαΰλωση < (καθαρεύουσα) εξαΰλωσις < εξαϋλώνω + -σις < άυλος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὕλη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξαΰλωσηεξαϋλώσεις
Γενικήεξαΰλωσηςεξαϋλώσεων
Αιτιατικήεξαΰλωσηεξαϋλώσεις
Κλητικήεξαΰλωσηεξαϋλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →