εξαϋλώνω
•
- μετατρέπω κάτι σε άυλο, αφαιρώ την υλικότητα Βικιλεξικό
- φυσικήμετατρέπω την ύλη σε ενέργεια Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ, εξαφανίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξιδανικεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαϋλώνω < εξ + άυλος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὕλη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαϋλώνω | εξαϋλώνεις | εξαϋλώνει | εξαϋλώνουμε | εξαϋλώνετε | εξαϋλώνουν / εξαϋλώνουνε |
| Παρατατικός | εξαΰλωνα | εξαΰλωνες | εξαΰλωνε | εξαϋλώναμε | εξαϋλώνατε | εξαΰλωναν / εξαϋλώναν / εξαϋλώνανε |
| Αόριστος | εξαΰλωσα | εξαΰλωσες | εξαΰλωσε | εξαϋλώσαμε | εξαϋλώσατε | εξαΰλωσαν / εξαϋλώσαν / εξαϋλώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαϋλώνω / θα εξαϋλώσω | θα εξαϋλώνεις / θα εξαϋλώσεις | θα εξαϋλώνει / θα εξαϋλώσει | θα εξαϋλώνουμε / θα εξαϋλώσουμε | θα εξαϋλώνετε / θα εξαϋλώσετε | θα εξαϋλώνουν / θα εξαϋλώνουνε / θα εξαϋλώσουν / θα εξαϋλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαϋλώσει | έχεις εξαϋλώσει | έχει εξαϋλώσει | έχουμε εξαϋλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαϋλώσει | είχες εξαϋλώσει | είχε εξαϋλώσει | είχαμε εξαϋλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαϋλώσει / να εξαϋλώνω / να εξαϋλώσω | να έχεις εξαϋλώσει / να εξαϋλώνεις / να εξαϋλώσεις | να έχει εξαϋλώσει / να εξαϋλώνει / να εξαϋλώσει | να έχουμε εξαϋλώσει / να εξαϋλώνουμε / να εξαϋλώσουμε | να εξαϋλώνετε / να εξαϋλώσετε | να εξαϋλώνουν / να εξαϋλώνουνε / να εξαϋλώσουν / να εξαϋλώσουνε |
| Προστακτική | — | εξαΰλωνε / εξαΰλωσε | — | — | εξαϋλώνετε / εξαϋλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαϋλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →