εξαμμώνω
•
- διενεργώ εξάμμωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαμμώνω < εξ- + άμμος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαμμώνω | εξαμμώνεις | εξαμμώνει | εξαμμώνουμε | εξαμμώνετε | εξαμμώνουν / εξαμμώνουνε |
| Παρατατικός | εξάμμωνα | εξάμμωνες | εξάμμωνε | εξαμμώναμε | εξαμμώνατε | εξάμμωναν / εξαμμώναν / εξαμμώνανε |
| Αόριστος | εξάμμωσα | εξάμμωσες | εξάμμωσε | εξαμμώσαμε | εξαμμώσατε | εξάμμωσαν / εξαμμώσαν / εξαμμώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαμμώνω / θα εξαμμώσω | θα εξαμμώνεις / θα εξαμμώσεις | θα εξαμμώνει / θα εξαμμώσει | θα εξαμμώνουμε / θα εξαμμώσουμε | θα εξαμμώνετε / θα εξαμμώσετε | θα εξαμμώνουν / θα εξαμμώνουνε / θα εξαμμώσουν / θα εξαμμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαμμώσει | έχεις εξαμμώσει | έχει εξαμμώσει | έχουμε εξαμμώσει | έχετε εξαμμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαμμώσει | είχες εξαμμώσει | είχε εξαμμώσει | είχαμε εξαμμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαμμώσει / να εξαμμώνω / να εξαμμώσω | να έχεις εξαμμώσει / να εξαμμώνεις / να εξαμμώσεις | να έχει εξαμμώσει / να εξαμμώνει / να εξαμμώσει | να έχουμε εξαμμώσει / να εξαμμώνουμε / να εξαμμώσουμε | να έχετε εξαμμώσει / να εξαμμώνετε / να εξαμμώσετε | να εξαμμώνουν / να εξαμμώνουνε / να εξαμμώσουν / να εξαμμώσουνε |
| Προστακτική | — | εξάμμωνε / εξάμμωσε | — | — | εξαμμώνετε / εξαμμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →