εξαπτέρυγο
•
- θρησκείαλειτουργικό αντικείμενο, συνήθως μεταλλικός κυκλικός δίσκος επάνω σε κοντάρι, με παράσταση εξαπτέρυγου Σεραφείμ, που κρατιέται σε λιτανείες, πομπές και άλλες ιερές τελετές Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόσωπο που περιβάλλει ισχυρό ή δημόσια προβεβλημένο άνθρωπο με δουλική αφοσίωση, υποστήριξη και κολακεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαπτέρυγο < μεσαιωνική ελληνική ἑξαπτέρυγον / ἑξαπτέρουγον < ελληνιστική κοινή ἑξαπτέρυγος < αρχαία ελληνική ἕξ + πτερόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξαπτέρυγο | εξαπτέρυγα |
| Γενική | εξαπτέρυγου | εξαπτέρυγων |
| Αιτιατική | εξαπτέρυγο | εξαπτέρυγα |
| Κλητική | εξαπτέρυγο | εξαπτέρυγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →