εξασκώ
•
- συμβάλλω στην άσκηση κάποιου και στη βελτίωση της επίδοσής του σε κάποιον τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξασκώ < αρχαία ελληνική ἐξασκέω / ἐξασκῶ < ἐξ + ἀσκέω / ἀσκῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική exercer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξασκώ | εξασκείς | εξασκεί | εξασκούμε | εξασκείτε | εξασκούν / εξασκούνε |
| Παρατατικός | εξασκούσα | εξασκούσες | εξασκούσε | εξασκούσαμε | εξασκούσατε | εξασκούσαν / εξασκούσανε |
| Αόριστος | εξάσκησα | εξάσκησες | εξάσκησε | εξασκήσαμε | εξασκήσατε | εξάσκησαν / εξασκήσαν / εξασκήσανε |
| Μέλλοντας | θα εξασκήσω / θα εξασκώ | θα εξασκήσεις / θα εξασκείς | θα εξασκήσει / θα εξασκεί | θα εξασκήσουμε / θα εξασκούμε | θα εξασκήσετε / θα εξασκείτε | θα εξασκήσουν / θα εξασκήσουνε / θα εξασκούν / θα εξασκούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξασκήσει | έχεις εξασκήσει | έχει εξασκήσει | έχουμε εξασκήσει | έχετε εξασκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξασκήσει | είχες εξασκήσει | είχε εξασκήσει | είχαμε εξασκήσει | είχατε εξασκήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω εξασκήσει / να εξασκήσω / να εξασκώ | να έχεις εξασκήσει / να εξασκήσεις / να εξασκείς | να έχει εξασκήσει / να εξασκήσει / να εξασκεί | να έχουμε εξασκήσει / να εξασκήσουμε / να εξασκούμε | να έχετε εξασκήσει / να εξασκήσετε / να εξασκείτε | να εξασκήσουν / να εξασκήσουνε / να εξασκούν / να εξασκούνε |
| Προστακτική | — | εξάσκησε | — | — | εξασκήστε / εξασκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →