εξημερωμένος
•
- που έχει εξημερωθεί, που έχει γίνει πιο ήπιος ή που υπακούει σε ανθρώπινες εντολές ή/και έλεγχο ή που ζει δίπλα στον άνθρωπο Βικιλεξικό
- αυτός που ήταν άγριος και έγινε ήμερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξημερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εξημερώνω
Άλλοι τύποι
εξημερωμέναεξημερωμένεεξημερωμένεςεξημερωμένηεξημερωμένηςεξημερωμένοεξημερωμένοιεξημερωμένοςεξημερωμένουεξημερωμένουςεξημερωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →