εξημερωτικός
•
- που έχει σχέση με την εξημέρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξημερωτικός < εξημερώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξημερωτικός | εξημερωτική | εξημερωτικό |
| Γενική | εξημερωτικού | εξημερωτικής | εξημερωτικού |
| Αιτιατική | εξημερωτικό | εξημερωτική | εξημερωτικό |
| Κλητική | εξημερωτικέ | εξημερωτική | εξημερωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξημερωτικοί | εξημερωτικές | εξημερωτικά |
| Γενική | εξημερωτικών | εξημερωτικών | εξημερωτικών |
| Αιτιατική | εξημερωτικούς | εξημερωτικές | εξημερωτικά |
| Κλητική | εξημερωτικοί | εξημερωτικές | εξημερωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →