Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξημερωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εξημέρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξημερωτικός < εξημερώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξημερωτικόςεξημερωτικήεξημερωτικό
Γενικήεξημερωτικούεξημερωτικήςεξημερωτικού
Αιτιατικήεξημερωτικόεξημερωτικήεξημερωτικό
Κλητικήεξημερωτικέεξημερωτικήεξημερωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξημερωτικοίεξημερωτικέςεξημερωτικά
Γενικήεξημερωτικώνεξημερωτικώνεξημερωτικών
Αιτιατικήεξημερωτικούςεξημερωτικέςεξημερωτικά
Κλητικήεξημερωτικοίεξημερωτικέςεξημερωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →