Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξημερώνω

/e.ksi.meˈɾo.no/ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον από άγριο ήμερο Βικιλεξικό
    • η μουσική εξημερώνει τα ήθη

Ετυμολογία

εξημερώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξημερ(ῶ) (συνηρημένος τύπος του ἐξημερόω: ξεχερσώνω γη, με ελληνιστική σημασία: εξανθρωπίζω) + -ώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + ημερώνω < ήμερος. Διαφορετικής σημασίας το μεσαιωνικό ἐξημερώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεξημερώνωεξημερώνειςεξημερώνειεξημερώνουμεεξημερώνετεεξημερώνουν / εξημερώνουνε
Παρατατικόςεξημέρωναεξημέρωνεςεξημέρωνεεξημερώναμεεξημερώνατεεξημέρωναν / εξημερώναν / εξημερώνανε
Αόριστοςεξημέρωσαεξημέρωσεςεξημέρωσεεξημερώσαμεεξημερώσατεεξημέρωσαν / εξημερώσαν / εξημερώσανε
Μέλλονταςθα εξημερώνω / θα εξημερώσωθα εξημερώνεις / θα εξημερώσειςθα εξημερώνει / θα εξημερώσειθα εξημερώνουμε / θα εξημερώσουμεθα εξημερώνετε / θα εξημερώσετεθα εξημερώνουν / θα εξημερώνουνε / θα εξημερώσουν / θα εξημερώσουνε
Παρακείμενοςέχω εξημερώσειέχεις εξημερώσειέχει εξημερώσειέχουμε εξημερώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εξημερώσειείχες εξημερώσειείχε εξημερώσει———
Υποτακτικήνα έχω εξημερώσει / να εξημερώνω / να εξημερώσωνα έχεις εξημερώσει / να εξημερώνεις / να εξημερώσειςνα έχει εξημερώσει / να εξημερώνει / να εξημερώσεινα έχουμε εξημερώσει / να εξημερώνουμε / να εξημερώσουμενα εξημερώνετε / να εξημερώσετενα εξημερώνουν / να εξημερώνουνε / να εξημερώσουν / να εξημερώσουνε
Προστακτική—εξημέρωνε / εξημέρωσε——εξημερώνετε / εξημερώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εξημερώθηκαεξημερώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →