εξημερώνω
•
- κάνω κάποιον από άγριο ήμερο Βικιλεξικό
- η μουσική εξημερώνει τα ήθη
Ετυμολογία
εξημερώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξημερ(ῶ) (συνηρημένος τύπος του ἐξημερόω: ξεχερσώνω γη, με ελληνιστική σημασία: εξανθρωπίζω) + -ώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + ημερώνω < ήμερος. Διαφορετικής σημασίας το μεσαιωνικό ἐξημερώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξημερώνω | εξημερώνεις | εξημερώνει | εξημερώνουμε | εξημερώνετε | εξημερώνουν / εξημερώνουνε |
| Παρατατικός | εξημέρωνα | εξημέρωνες | εξημέρωνε | εξημερώναμε | εξημερώνατε | εξημέρωναν / εξημερώναν / εξημερώνανε |
| Αόριστος | εξημέρωσα | εξημέρωσες | εξημέρωσε | εξημερώσαμε | εξημερώσατε | εξημέρωσαν / εξημερώσαν / εξημερώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξημερώνω / θα εξημερώσω | θα εξημερώνεις / θα εξημερώσεις | θα εξημερώνει / θα εξημερώσει | θα εξημερώνουμε / θα εξημερώσουμε | θα εξημερώνετε / θα εξημερώσετε | θα εξημερώνουν / θα εξημερώνουνε / θα εξημερώσουν / θα εξημερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξημερώσει | έχεις εξημερώσει | έχει εξημερώσει | έχουμε εξημερώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξημερώσει | είχες εξημερώσει | είχε εξημερώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξημερώσει / να εξημερώνω / να εξημερώσω | να έχεις εξημερώσει / να εξημερώνεις / να εξημερώσεις | να έχει εξημερώσει / να εξημερώνει / να εξημερώσει | να έχουμε εξημερώσει / να εξημερώνουμε / να εξημερώσουμε | να εξημερώνετε / να εξημερώσετε | να εξημερώνουν / να εξημερώνουνε / να εξημερώσουν / να εξημερώσουνε |
| Προστακτική | — | εξημέρωνε / εξημέρωσε | — | — | εξημερώνετε / εξημερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξημερώθηκαεξημερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →