εξοικειώνω
•
- κάνω κάποιον να συνηθίσει κάτι, να αποκτήσει οικειότητα μαζί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξοικειώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξοικειῶ (συνηρημένου τύπου του ἐξοικειόω) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοικειώνω | εξοικειώνεις | εξοικειώνει | εξοικειώνουμε | εξοικειώνετε | εξοικειώνουν / εξοικειώνουνε |
| Παρατατικός | εξοικείωνα | εξοικείωνες | εξοικείωνε | εξοικειώναμε | εξοικειώνατε | εξοικείωναν / εξοικειώναν / εξοικειώνανε |
| Αόριστος | εξοικείωσα | εξοικείωσες | εξοικείωσε | εξοικειώσαμε | εξοικειώσατε | εξοικείωσαν / εξοικειώσαν / εξοικειώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξοικειώνω / θα εξοικειώσω | θα εξοικειώνεις / θα εξοικειώσεις | θα εξοικειώνει / θα εξοικειώσει | θα εξοικειώνουμε / θα εξοικειώσουμε | θα εξοικειώνετε / θα εξοικειώσετε | θα εξοικειώνουν / θα εξοικειώνουνε / θα εξοικειώσουν / θα εξοικειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοικειώσει | έχεις εξοικειώσει | έχει εξοικειώσει | έχουμε εξοικειώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοικειώσει | είχες εξοικειώσει | είχε εξοικειώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοικειώσει / να εξοικειώνω / να εξοικειώσω | να έχεις εξοικειώσει / να εξοικειώνεις / να εξοικειώσεις | να έχει εξοικειώσει / να εξοικειώνει / να εξοικειώσει | να έχουμε εξοικειώσει / να εξοικειώνουμε / να εξοικειώσουμε | να εξοικειώνετε / να εξοικειώσετε | να εξοικειώνουν / να εξοικειώνουνε / να εξοικειώσουν / να εξοικειώσουνε |
| Προστακτική | — | εξοικείωνε / εξοικείωσε | — | — | εξοικειώνετε / εξοικειώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξοικειώθηκαεξοικειώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →