εξοικονομώ
•
- κάνω οικονομία Βικιλεξικό
- δημιουργώ απόθεμα για να έχω στη διάθεσή μου Βικιλεξικό
- εξοικονομώ δυνάμεις, χρήματα, πόρους
Ετυμολογία
εξοικονομώ < ελληνιστική κοινή ἐξοικονομέω, -ῶ ("αποβάλλω") < εξ- + οικονομώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξοικονομώ | εξοικονομείς | εξοικονομεί | εξοικονομούμε | εξοικονομείτε | εξοικονομούν / εξοικονομούνε |
| Παρατατικός | εξοικονομούσα | εξοικονομούσες | εξοικονομούσε | εξοικονομούσαμε | εξοικονομούσατε | εξοικονομούσαν / εξοικονομούσανε |
| Αόριστος | εξοικονόμησα | εξοικονόμησες | εξοικονόμησε | εξοικονομήσαμε | εξοικονομήσατε | εξοικονομήσαν / εξοικονομήσανε / εξοικονόμησαν |
| Μέλλοντας | θα εξοικονομήσω / θα εξοικονομώ | θα εξοικονομήσεις / θα εξοικονομείς | θα εξοικονομήσει / θα εξοικονομεί | θα εξοικονομήσουμε / θα εξοικονομούμε | θα εξοικονομήσετε / θα εξοικονομείτε | θα εξοικονομήσουν / θα εξοικονομήσουνε / θα εξοικονομούν / θα εξοικονομούνε |
| Παρακείμενος | έχω εξοικονομήσει | έχεις εξοικονομήσει | έχει εξοικονομήσει | έχουμε εξοικονομήσει | έχετε εξοικονομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξοικονομήσει | είχες εξοικονομήσει | είχε εξοικονομήσει | είχαμε εξοικονομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξοικονομήσει / να εξοικονομήσω / να εξοικονομώ | να έχεις εξοικονομήσει / να εξοικονομήσεις / να εξοικονομείς | να έχει εξοικονομήσει / να εξοικονομήσει / να εξοικονομεί | να έχουμε εξοικονομήσει / να εξοικονομήσουμε / να εξοικονομούμε | να έχετε εξοικονομήσει / να εξοικονομήσετε / να εξοικονομείτε | να εξοικονομήσουν / να εξοικονομήσουνε / να εξοικονομούν / να εξοικονομούνε |
| Προστακτική | — | έχε εξοικονομημένο / εξοικονόμησε | — | — | εξοικονομήστε / εξοικονομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →