Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξομοίωση

/e.ksoˈmi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να δέχεσαι ή να θεωρείς κάτι ίδιο με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  2. το να γίνεται ή να θεωρείται κάτι όμοιο με κάτι άλλο, να ανήκει στην ίδια κατηγορία Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήαναπαράσταση με ηλεκτρονικό υπολογιστή και υλικά βοηθήματα ενός συστήματος ή φαινομένου Βικιλεξικό
    • η εξομοίωση πτήσης είναι μία βιομηχανία δισεκατομμυρίων, και ένα αναπόσπαστο κομμάτι κάθε σχολής πιλότων
    • παραβάλετε τον όρο: προσομοίωση

Ετυμολογία

εξομοίωση < αρχαία ελληνική ἐξομοίωσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξομοίωσηεξομοιώσεις
Γενικήεξομοίωσηςεξομοιώσεων
Αιτιατικήεξομοίωσηεξομοιώσεις
Κλητικήεξομοίωσηεξομοιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →