Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξονυχιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιογια διαδικασία, πράξη κλπ.) λεπτομερής και πολύ προσεκτικός, που γίνεται χωρίς να ξεφύγει τίποτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξονυχιστικός < εξονυχίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξονυχιστικόςεξονυχιστικήεξονυχιστικό
Γενικήεξονυχιστικούεξονυχιστικήςεξονυχιστικού
Αιτιατικήεξονυχιστικόεξονυχιστικήεξονυχιστικό
Κλητικήεξονυχιστικέεξονυχιστικήεξονυχιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξονυχιστικοίεξονυχιστικέςεξονυχιστικά
Γενικήεξονυχιστικώνεξονυχιστικώνεξονυχιστικών
Αιτιατικήεξονυχιστικούςεξονυχιστικέςεξονυχιστικά
Κλητικήεξονυχιστικοίεξονυχιστικέςεξονυχιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →