εξονυχίζω
•
- λόγιοεξετάζω κάτι εξονυχιστικά, στις λεπτομέρειές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξονυχίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξονυχίζω | εξονυχίζεις | εξονυχίζει | εξονυχίζουμε | εξονυχίζετε | εξονυχίζουν / εξονυχίζουνε |
| Παρατατικός | εξονύχιζα | εξονύχιζες | εξονύχιζε | εξονυχίζαμε | εξονυχίζατε | εξονυχίζαν / εξονυχίζανε / εξονύχιζαν |
| Αόριστος | εξονύχισα | εξονύχισες | εξονύχισε | εξονυχίσαμε | εξονυχίσατε | εξονυχίσαν / εξονυχίσανε / εξονύχισαν |
| Μέλλοντας | θα εξονυχίζω / θα εξονυχίσω | θα εξονυχίζεις / θα εξονυχίσεις | θα εξονυχίζει / θα εξονυχίσει | θα εξονυχίζουμε / θα εξονυχίσουμε | θα εξονυχίζετε / θα εξονυχίσετε | θα εξονυχίζουν / θα εξονυχίζουνε / θα εξονυχίσουν / θα εξονυχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξονυχίσει | έχεις εξονυχίσει | έχει εξονυχίσει | έχουμε εξονυχίσει | έχετε εξονυχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξονυχίσει | είχες εξονυχίσει | είχε εξονυχίσει | είχαμε εξονυχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξονυχίσει / να εξονυχίζω / να εξονυχίσω | να έχεις εξονυχίσει / να εξονυχίζεις / να εξονυχίσεις | να έχει εξονυχίσει / να εξονυχίζει / να εξονυχίσει | να έχουμε εξονυχίσει / να εξονυχίζουμε / να εξονυχίσουμε | να έχετε εξονυχίσει / να εξονυχίζετε / να εξονυχίσετε | να εξονυχίζουν / να εξονυχίζουνε / να εξονυχίσουν / να εξονυχίσουνε |
| Προστακτική | — | εξονύχιζε / εξονύχισε | — | — | εξονυχίζετε / εξονυχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →